ευρυθμία

η (ΑΜ εὐρυθμία) [εύρυθμος]
1. ύπαρξη κανονικού ρυθμού, συμμετρία, αναλογία τών μερών μεταξύ τους και προς το σύνολο
2. κίνηση με ωραίο ρυθμό
3. σύμμετρη, αρμονική διάταξη στον λόγο
αρχ.
1. ανταπόκριση ανάμεσα στον ρήτορα και στο ακροατήριό του
2. (για πρόσωπα) ευπρέπεια, χάρη
3. (για χειρουργό) επιδεξιότητα στις κινήσεις τών χεριών.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐρυθμία — εὐρυθμίᾱ , εὐρυθμία rhythmical order fem nom/voc/acc dual εὐρυθμίᾱ , εὐρυθμία rhythmical order fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυθμίᾳ — εὐρυθμίαι , εὐρυθμία rhythmical order fem nom/voc pl εὐρυθμίᾱͅ , εὐρυθμία rhythmical order fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευρυθμία — η ιδιότητα του εύρυθμου, η τάξη, η αρμονία, η κανονικότητα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εὐρυθμίας — εὐρυθμίᾱς , εὐρυθμία rhythmical order fem acc pl εὐρυθμίᾱς , εὐρυθμία rhythmical order fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυθμίαι — εὐρυθμία rhythmical order fem nom/voc pl εὐρυθμίᾱͅ , εὐρυθμία rhythmical order fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυθμίαν — εὐρυθμίᾱν , εὐρυθμία rhythmical order fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Эвритимия — (Ευρυθμία) термин, которым древние греки обозначали взаимное соответствие, взаимную соразмерность отдельных частей художественного произведения и их уравновешенное, стройное, приятное для глаз соединение в одном целом, особенно тогда, когда речь… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • εὐρυθμίαις — εὐρυθμία rhythmical order fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυθμίη — εὐρυθμία rhythmical order fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυθμίην — εὐρυθμία rhythmical order fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.